Home » Η στιγμή που ο καφές σου γίνεται δωρεάν επαγγελματικό ραντεβού ή αλλίως pick your brain.

Η στιγμή που ο καφές σου γίνεται δωρεάν επαγγελματικό ραντεβού ή αλλίως pick your brain.

by Δήμητρα Λεμούσια
0 comments

Έχω μια απορία: γιατί το «να σε ρωτήσω κάτι στα γρήγορα;» είναι σχεδόν πάντα γρήγορο μόνο για εκείνον που ρωτάει;

Εσύ έχεις βγει για έναν καφέ. Έχεις αφήσει τη δουλειά σου, έχεις καθίσει, έχεις παραγγείλει. Και κάποιος λέει:

«Εσύ που ξέρεις από αυτά…»

Αυτό ήταν. Μόλις άνοιξε το γραφείο.

Χωρίς να σηκωθείς από την καρέκλα. Χωρίς να το αποφασίσεις. Χωρίς καν να προλάβεις να πιεις μια γουλιά.

Στην αρχή είναι μία ερώτηση. Μετά χρειάζεται «λίγο πλαίσιο». Μετά βγαίνει το κινητό. «Κοίτα εδώ, για να καταλάβεις». Και πριν το καταλάβεις εσύ, έχεις μπροστά σου μια ολόκληρη υπόθεση, τρεις εκκρεμότητες και έναν άνθρωπο που περιμένει να του πεις τι πρέπει να κάνει.

Ο καφές κρυώνει. Εσύ δουλεύεις. Ο άλλος πιστεύει ότι τα λέτε.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή: μου αρέσει να βοηθάω. Να μοιράζομαι όσα ξέρω, να δίνω μια κατεύθυνση, να προσφέρω κάτι χρήσιμο σε έναν άνθρωπο.

Θέλω, όμως, να μπορώ να το επιλέγω και ξέρω πως και εσύ που διαβάζεις τώρα το άρθρο μου αυτό θέλεις.

Γιατί υπάρχει μια στιγμή που η κουβέντα αλλάζει. Η γενική ερώτηση γίνεται «στη δική μου περίπτωση τι θα έκανες;». Η απάντηση γίνεται «μπορείς να το κοιτάξεις;». Και η χάρη αποκτά συνέχεια:

«Σου το έστειλα. Το είδες;»

Εκεί κάπου βρίσκομαι με μια υποχρέωση που δεν θυμάμαι να ανέλαβα.

Και αν δεν απαντήσω, πρέπει ξαφνικά να εξηγήσω γιατί.

Αυτό είναι που με ενοχλεί περισσότερο. Η ευκολία με την οποία η διάθεσή μου να βοηθήσω μεταφράζεται σε διαθεσιμότητα. Σαν το πρώτο «ναι» να ισχύει για όλες τις επόμενες ερωτήσεις.

Και μετά έρχεται η ατάκα:

«Έλα μωρέ, για σένα είναι πέντε λεπτά».

Μπορεί.

Αλλά άσε με να σου πω εγώ πόσο χρόνο χρειάζεται η δουλειά μου.

Γιατί εσύ βλέπεις την απάντηση. Δεν βλέπεις απαραίτητα όσα χρειάζεται να σκεφτώ πριν τη δώσω. Τι πρέπει να ρωτήσω. Τι λείπει από την ιστορία που μου περιγράφεις. Τι μπορεί να πάει στραβά αν σου πω κάτι πρόχειρο και εσύ το εφαρμόσεις σαν ολοκληρωμένη συμβουλή.

Και αν πράγματι μπορώ να σου απαντήσω σε πέντε λεπτά, μπορεί να είναι επειδή έχω περάσει χρόνια μαθαίνοντας να αναγνωρίζω αυτό που εσύ βλέπεις πρώτη φορά.

Δεν χρειάζεται να με δεις να δυσκολεύομαι για να αναγνωρίσεις την αξία αυτού που κάνω.

Ούτε χρειάζεται να αποδεικνύω πόσο κουράστηκα για να δικαιούμαι να πω «αυτό είναι δουλειά».

Ξέρω την αντίρρηση. Την ακούω σχεδόν πριν ειπωθεί.

«Δηλαδή τώρα θα χρεώνουμε και τους φίλους μας;»

Όχι. Θα μπορούσαμε, όμως, να ρωτάμε τους φίλους μας αν θέλουν να δουλέψουν.

Να μη θεωρούμε ότι, επειδή καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι, έχουμε κλείσει και ραντεβού. Να θυμόμαστε ότι ο άνθρωπος απέναντί μας μπορεί να πέρασε όλη του τη μέρα λύνοντας προβλήματα και να βγήκε από το σπίτι ακριβώς για να σταματήσει να το κάνει.

Μπορεί να θέλει να πει χαζομάρες. Να γελάσει. Να ακούσει μουσική. Να μη χρειαστεί, για ένα βράδυ, να έχει τη σωστή απάντηση…

Και δεν θα έπρεπε να χρειάζεται κάποια σπουδαία δικαιολογία γι’ αυτό.

Μερικές φορές θέλω απλώς να πιω τον καφέ μου όσο είναι ακόμα ζεστός…Όπως άλλωστε συνηθίζω να λέω…later the coffee gets cold!

Δεν πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος που ρωτάει προσπαθεί να εκμεταλλευτεί κάποιον. Συχνά υπάρχει εμπιστοσύνη. Οικειότητα. Η σκέψη «θα ρωτήσω εσένα, γιατί σε εκτιμώ».

Το καταλαβαίνω. Και το εκτιμώ κι εγώ.
Αλλά θέλω αυτή η εκτίμηση να χωράει και το «δεν μπορώ τώρα».

Εκεί φαίνεται αν υπάρχει πραγματικά χώρος και για τις δικές μου ανάγκες. Όταν η απάντησή μου δεν σε εξυπηρετεί. Όταν σου λέω ότι αυτό χρειάζεται χρόνο, ότι πρέπει να το δούμε επαγγελματικά ή ότι σήμερα δεν έχω διάθεση να συζητήσω δουλειά.

Αν τότε ακούσω «καλά, μια ερώτηση έκανα», τι ακριβώς μου ζητάς; Να απαντήσω ή να νιώσω άσχημα που δεν απάντησα;

Η ερώτηση είναι δικαίωμά σου. Η διαθεσιμότητά μου χρειάζεται τη δική μου συγκατάθεση.

Βέβαια, υπάρχει και το δικό μας κομμάτι. Όσων λέμε «ναι, στείλ’ το» ενώ μέσα μας εννοούμε «σε παρακαλώ, μη μου το στείλεις».

Το λέμε από ευγένεια. Από αμηχανία. Επειδή δεν θέλουμε να φανούμε απότομοι, δύσκολοι ή υπερόπτες. Και μετά απαντάμε σε μηνύματα εκτός ωραρίου, κοιτάμε «κάτι μικρό» την Κυριακή και θυμώνουμε με τον άλλον για ένα όριο που δεν ακούστηκε ποτέ.

Δεν είναι πάντα εύκολο να το πεις. Είναι, όμως, πιο καθαρό:

«Αυτό χρειάζεται να το δω κανονικά. Αν θέλεις, κλείνουμε ένα ραντεβού».

Ή:

«Μπορώ να σου δώσω μια γενική κατεύθυνση, αλλά δεν μπορώ να αναλάβω να το εξετάσω».

Και κάποιες μέρες:

«Σήμερα δεν θέλω να μιλήσω για δουλειά».

Τελεία. Χωρίς δεκάλεπτη απολογία. Χωρίς να παρουσιάσεις αναλυτικά το πρόγραμμά σου για να εγκριθεί η άρνησή σου.

Μπορείς να είσαι ευγενικός και σαφής στην ίδια πρόταση.

Κι όταν βρίσκομαι εγώ από την άλλη πλευρά; Όταν θέλω τη γνώση κάποιου που ξέρω;

Μπορώ να κάνω κάτι πολύ απλό. Πριν μπω στο θέμα μου, να ρωτήσω αν έχει χρόνο και διάθεση. Να εξηγήσω τι χρειάζομαι και να τον αφήσω να μου πει αν αυτό είναι μια σύντομη κουβέντα ή κανονική συνεργασία.

Κυρίως, να δεχτώ την απάντηση χωρίς παζάρια.

Χωρίς «έλα τώρα, μεταξύ μας». Χωρίς «σιγά, δύο λεπτά θα σου πάρει». Χωρίς να χρησιμοποιήσω την οικειότητά μας για να δυσκολέψω το «όχι» του.

Θέλω η βοήθειά του να είναι κάτι που μου προσφέρει ελεύθερα. Να μπορώ να την ευχαριστηθώ χωρίς να την έχω αποσπάσει.

Γιατί έχει μεγάλη αξία να σου δίνει κάποιος τον χρόνο και τη γνώση του και ακριβώς γι’ αυτό δεν θέλω να τα θεωρώ δεδομένα.

Οπότε ναι, ρώτησέ με!

Αλλά πριν μου πεις «για σένα είναι πέντε λεπτά», ρώτησέ με αν έχω αυτά τα πέντε λεπτά να σου δώσω.

Ξέρω αυτό μου το άρθρο ήταν κάπως σκληρό, αλλά ΞΕΡΕΙΣ πως η αλήθεια πονάει!

You may also like